ἐΰκλωστος

ἐΰκλωστος, ον,
A well-spun,

χιτών h.AP.203

; λίνον, νῆμα, AP6.33 (Maec.), 284.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εύκλωστος — η, ο (Α εὔκλωστος, ον) αυτός που κλώθεται, που γνέθεται καλά ή που είναι κλωσμένος καλά …   Dictionary of Greek

  • ἐύκλωστον — ἐΰκλωστον , ἐύκλωστος well spun masc/fem acc sg ἐΰκλωστον , ἐύκλωστος well spun neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυκλώστοιο — ἐϋκλώστοιο , ἐύκλωστος well spun masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυκλώστοισι — ἐϋκλώστοισι , ἐύκλωστος well spun masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.